Παναγιώτης Κονδύλης

Το Σάββατο 20 Μαΐου 2006, ώρα 20:30 στην αίθουσα του Δημαρχείου Λεχαινών πραγματοποιήθηκε εκλήλωση για τον στοχαστή ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΝΔΥΛΗ. Μίλησαν οι Γιώργος Ευαγγελόπουλος, νομικός-διεθνολόγος, με θέμα «Η διεθνολογική σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη», και ο Μιχάλης Παπανικολάου, φιλόλογος, με θέμα «Οι αντιλήψεις του Κονδύλη για τη μαζική δημοκρατία»

*********************************************************
Κυρίες και κύριοι,

Αισθάνομαι μεγάλη τιμή που θα μιλήσω για τον Παναγιώτη Κονδύλη. Το θέμα της ομιλίας μου είναι Οι αντιλήψεις του Κονδύλη για τη μαζική δημοκρατία. Οι αντιλήψεις αυτές εκτίθενται κατά κύριο λόγο στο βιβλίο του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, και συνιστούν τη διάγνωσή του για την εποχή μας, τις πραγματικότητες και τις τάσεις της. Τα πεδία στα οποία εκτείνονται οι αναλύσεις του Κονδύλη είναι πάρα πολλά, από την καθημερινή ζωή και τις κυρίαρχες σήμερα ιδεολογίες και στάσεις, ώς τη λογοτεχνία, την πολιτική, την οικονομία, τη φιλοσοφία και τις τέχνες. Έκρινα σκόπιμο να περιοριστώ στην παρουσίαση ορισμένων μονάχα μοτίβων του βιβλίου, εκείνων που αφορούν εξελίξεις και πραγματικότητες της εποχής μας στο ατομικό-ψυχολογικό επίπεδο και το επίπεδο της κοινωνίας γενικά εννοούμενης, μοτίβων που έχουν, κατά την εκτίμησή μου, γενικότερο ενδιαφέρον. Εκτός παρουσίασης θα μείνει και η εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης που φέρει τον τίτλο Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία, η οποία θα άξιζε να τύχει, όπως πιστεύω, ξεχωριστής παρουσίασης, προϋποθέτει όμως και κάποια εξοικείωση με τις αναλύσεις του κυρίου σώματος του βιβλίου.

Θα ξεκινήσω με μια διατύπωση του Κονδύλη που αφορά ένα ζήτημα μεθόδου: «Δεν υπάρχει άλλη μεθοδολογική πρόσβαση για τη σύλληψη του χαρακτήρα μιας εποχής ή ενός κοινωνικού σχηματισμού από την οριοθέτησή τους απέναντι σε αντίστοιχα μορφώματα» (σ.325). Αυτό σημαίνει ότι η απόπειρα κατανόησης της δικής μας εποχής, της μαζικοδημοκρατικής εποχής κατά την ορολογία του, υποβοηθείται από –αν δεν έχει και ως απαραίτητη προϋπόθεσή της – την κατανόηση μιας άλλης, εκείνης που προηγήθηκε, και που είναι η εποχή του αστικού πολιτισμού. Αλλά σημαίνει και αντίστροφα ότι και την ίδια την εποχή του αστικού πολιτισμού, καθώς και τα δημιουργήματά του, μπορούμε να τα κατανοήσουμε καλύτερα αντιπαραβάλλοντάς τα με τη μαζική δημοκρατία και τα δικά της. Ακολουθώντας την υπόδειξη αυτή και τη σειρά της παρουσίασης που ακολουθείται στο βιβλίο, θα αναφέρομαι πρώτα στην αστική εποχή και τον αστικό πολιτισμό και κατόπιν στη μαζική δημοκρατία και τα χαρακτηριστικά της, αφού συνοψίσω στα παρακάτω πολύ σχηματικά ορισμένες βασικές θέσεις του Κονδύλη: Στην αστική εποχή και τον αστικό κόσμο κυριαρχεί ένα ορισμένο σχήμα σκέψης, τα δομικά στοιχεία του οποίου είναι αναγνωρίσιμα και στη λειτουργία της κοινωνίας· το σχήμα σκέψης αυτό, το λεγόμενο συνθετικό-εναρμονιστικό, με όλες τις παραλλαγές του, παίρνει την πλήρη του μορφή την εποχή του Διαφωτισμού και φτάνει σιγά σιγά να κυριαρχήσει, όπως και η αστική κοινωνία διαδεχόμενη τη φεουδαλική και το απολυταρχικό κράτος, ώς τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα. Από τότε και μετά, τόσο η αστική κοινωνία όσο και το συνθετικό-εναρμονιστικό σχήμα σκέψης αρχίζουν να παρακμάζουν και να αντικαθίστανται βαθμιαία, η μεν αστική κοινωνία πρώτα από τη μαζική κοινωνία και στη συνέχεια από τη μαζική δημοκρατία, το δε συνθετικό-εναρμονιστικό σχήμα σκέψης από ένα άλλο, το λεγόμενο αναλυτικό-συνδυαστικό. Η αστική εποχή, ο φιλελευθερισμός και το συνθετικό-εναρμονιστικό σχήμα σκέψης παράγουν, αφού κυριαρχήσουν (και μάλιστα κατά τρόπο εύλογο ), αν όχι και μηχανικό, σύμφωνα με τον Κονδύλη, τη μαζική δημοκρατία και το συνδυαστικό-αναλυτικό σχήμα σκέψης. Με αποφασιστικό τρόπο σε ό,τι αφορά την εξέλιξη αυτή λειτούργησαν στο επίπεδο της διαδοχής των σχημάτων σκέψης ο καλλιτεχνικός μοντερνισμός και στο επίπεδο της κοινωνίας η βιομηχανική επανάσταση και η μαζική παραγωγή αγαθών που αυτή εγκαινίασε.

Καταρχήν για το συνθετικό-εναρμονιστικό σχήμα σκέψης που, όπως είπαμε κυριαρχεί στην αστική τάξη πραγμάτων: «Προγραμματικό μέλημα της αστικής τάξης», γράφει ο Κονδύλης, «ήταν να συγκροτήσει την κοσμοεικόνα της από μια ποικιλία διαφορετικών πραγμάτων και δυνάμεων, που αν ιδωθούν μεμονωμένα (μπορούν να ) βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, στο σύνολό τους όμως αποτελούν ένα αρμονικό και νομοτελές Όλο, στους κόλπους του οποίου οι τριβές και οι συγκρούσεις αίρονται κατά τις επιταγές υπέρτερων έλλογων σκοπών» (σ.63). Θα δούμε καταρχήν τι συντίθεται και τι εναρμονίζεται στο επίπεδο του ατόμου στην αστική κοινωνία σύμφωνα με τον Κονδύλη, και κατόπιν τι, μετά από κάποια μορφή ανάλυσης όπως αφήνουν να εννοηθεί τα περί αναλυτικού-συνδυαστικού σχήματος, συνδυάζεται στα ίδια επίπεδα στη μαζική δημοκρατία.

Στο επίπεδο του ατόμου, ή, αλλιώς, του μεμονωμένου ανθρώπου, που θα πρέπει να ιδωθεί και αυτός σαν Όλον, η σύνθεση θα πρέπει να επιτευχθεί εδώ μεταξύ του Λόγου και της φύσης, που τη συνιστούν τα αισθήματα, τα πάθη και οι ορμές – αυτά τα τελευταία δεν θεωρούνται κακά καθεαυτά στο αστικό κοσμοείδωλο, και δεν θα πρέπει να καταστέλλονται με τον ίδιο τρόπο που συνέβαινε αυτό στη θεολογική αντίληψη για τον άνθρωπο, επειδή αν διοχετευθούν κατάλληλα αποβαίνουν ωφέλιμα, και πρώτα πρώτα στο χώρο της οικονομικής δραστηριότητας, που είναι και ο κατεξοχήν χώρος του αστού. Στο αστικό σχήμα σκέψης έχουμε λοιπόν ανατίμηση της φύσης, αλλά η σύνθεση και η εναρμονισμός μεταξύ αυτής και του Λόγου σε αυτό το επίπεδο, το επίπεδο του ατόμου, πραγματοποιείται με τρόπο ιεραρχημένο, επειδή ο Λόγος παραμένει το ανώτερο στοιχείο, ενώ συγχρόνως, καθώς η φύση θεωρείται και αυτή με κάποιον τρόπο έλλογη, είναι και δυνατό και επιθυμητό να επιτυγχάνεται αρμονία μεταξύ των δύο τους. Έτσι, ο εγωισμός νομιμοποιείται μεν και θεωρείται «φυσικός», θα πρέπει όμως να μετατρέπεται σε «πεφωτισμένη» φιλαυτία, ενώ τα ένστικτα θα πρέπει να υποτάσσονται σε έναν έλλογο σκοπό ή να παραιτούνται από την άμεση ικανοποίηση για χάρη μιας ανώτερης και διαρκέστερης. Το πάθος, αν επενδύεται σε ένα ευγενικό, παραγωγικό – και κυρίως επίγειο, όπως είναι ο κόσμος του αστού – όραμα επικροτείται, αλλά έχει ανάγκη από την καθοδήγηση του Λόγου προκειμένου να ικανοποιηθεί. Ο Λόγος ήταν εδώ, γράφει ο Κονδύλης, «βαθμίδα δικαιοδοσίας, η οποία εντελλόταν την παραίτηση από την άμεση ή ανεξέλεγκτη ικανοποίηση σε μιαν εποχή όπου υπήρχε η ανάγκη της φειδούς και της συσσώρευσης, όπου δηλαδή ο ηδονισμός δεν είχε γίνει ακόμα μαζική κοινωνική στάση με άμεσες οικονομικές συνέπειες, παρόλη την άρνηση του παλαιού ασκητικού ιδεώδους» (σ.80). Στο επίπεδο της αντίληψης για τον άνθρωπο λοιπόν, η σύνθεση και ο εναρμονισμός αφορούν το Λόγο και την εσωτερική, όπως χαρακτηρίζεται κάποτε, φύση, που την αποτελούν ο κόσμος των αισθημάτων και των παθών, και η εφαρμογή της συνθετικής-εναρμονιστικής πρακτικής επιτρέπει την αστική εκδοχή μιας ζωής σύμφωνης με τη Φύση ευρύτερα εννοούμενη.

Τώρα, ο «υπέρτερος έλλογος σκοπός», σύμφωνα με τον οποίο καλούνται να λειτουργήσουν οι συνθέσεις και οι εναρμονισμοί μεταξύ Λόγου και παθών στο επίπεδο του ατόμου, είναι, όπως είπαμε, στην περίπτωση του αστού, εγκόσμιος, υλικός και, υπ’αυτήν την έννοια, κατά κύριο λόγο επαγγελματικός. Η ικανοποίηση των –ηθικά νόμιμων στα μάτια του αστού– φιλαυτίας και εγωισμού, δηλαδή της Φύσης και των παθών, απαιτεί την ακρίβεια, τη φιλοπονία και τη φειδώ όπως τα υπαγορεύει ο Λόγος, και γι’αυτό η βασική αστική αρετή είναι η αυτοϋπέρβαση. Εδώ, στο επάγγελμα και την ηθική του, ο αστός ωφελείται και συγχρόνως ωφελεί τους άλλους με την αξιοπιστία του, και εδώ συνυφαίνονται, όπως λέει ο Κονδύλης, «το εργασιακό ήθος» και η «επίγεια επιθυμία». Στην αστική αντίληψη η πραγμάτωση του προορισμού του ανθρώπου περνάει, κατά κύριο λόγο, από την επαγγελματική του ιδιότητα, που τον δικαιώνει στα μάτια των άλλων προσφέροντάς του αναγνώριση και ψυχολογικές ικανοποιήσεις, ενώ συγχρόνως του εξασφαλίζει τους υλικούς όρους της ύπαρξής του.

Με την αντίληψη για το επάγγελμα, όπως την περιγράψαμε παραπάνω, είναι στενά συνυφασμένη η αστική αντίληψη για την προσωπικότητα. Η προσωπικότητα είναι μεν ατομική και μοναδική όπως και στη ρομαντική αντίληψη, γράφει ο Κονδύλης, αλλά δεν είναι απλώς και μόνο ψυχολογικό μέγεθος – έχει και μια καθολική διάσταση, που την αποκτά μέσω της κοινωνικής δραστηριότητας. Εδώ, μέσα στην αστική κοινωνία, η προσωπικότητα εξαντικειμενικεύεται, με την έννοια ότι δεν την μετρούν μονάχα με τις προθέσεις, τα κίνητρά της και τον τρόπο που αυτή κατανοεί τον εαυτό της, παρά με βάση τις επιδόσεις της κατά την τήρηση ηθικών κανόνων από τη μία και την εργασιακή αποδοτικότητα από την άλλη.

Όπως στο επάγγελμα, έτσι και στο γάμο είναι αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της αστικής σύνθεσης και του αστικού εναρμονισμού: Ατομικό και γενικό, υποκειμενικό-ψυχολογικό και αντικειμενικό-κοινωνικό στοιχείο συντίθενται και εναρμονίζονται εδώ, όπως και στον επαγγελματικό ρόλο: «Ο γάμος», γράφει ο Κονδύλης, «αποτελεί […] μια σύνθεση της ανθρωπολογικής και ψυχολογικής διάστασης με νομικούς, οικονομικούς και ηθικούς παράγοντες ή μέριμνες, έτσι ώστε τα αισθήματα και τα ψυχόρμητα [βλ. αυτόθι: η γενετήσια ορμή, ο έρωτας και η συμπάθεια] μπορούν να εξαντικειμενικευθούν, ενώ οι υλικές επιδιώξεις μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως υπηρεσία σε αγαπητά ή σεβαστά πρόσωπα. Εδώ φαίνεται να έχει βρεθεί η τόσο σημαντική για την αστική ψυχή μέση οδός μεταξύ χρήματος και ηθικής, υπολογισμού και καρδιάς» (σ.89).

Συνοψίζοντας, λοιπόν, ο εναρμονισμός και η σύνθεση πραγματοποιούνται στο ατομικό επίπεδο διαμέσου της εννοούμενης κατά τον αστικό τρόπο προσωπικότητας, όπως αυτή εκδηλώνεται μέσω δύο βασικών ρόλων, του οικογενειάρχη και του επαγγελματία, και όλα αυτά, όπως θα έλεγε ο φιλόσοφος, «υπό την αιγίδα του Λόγου»· το επίπεδο της φύσης εννοούμενης ως αισθήματος νομιμοποιείται, αλλά θα πρέπει να υποτάσσεται σε έλλογους σκοπούς· το ιδιωτικό συμφέρον αναγνωρίζεται και η επιδίωξή του επικροτείται, αλλά θα πρέπει να έχει κοινωνική διάσταση και χρησιμότητα, που νομιμοποιούν κι αυτές, με τη σειρά τους, τον ιδιωτικό χαρακτήρα του συμφέροντος αυτού και την ικανοποίηση που προκαλεί η επίτευξή του.

Έτσι, ο κόσμος του αστού εμφανίζεται να είναι, όπως παντού, και στο ατομικό επίπεδο, ένας κόσμος μεσότητας, ένας κόσμος του juste milieu όπως λέει ο Κονδύλης.
Σχετικά με το αν πέτυχε, τελικά, ή σε ποιο βαθμό πέτυχε ο αστός να πραγματοποιήσει το ιδανικό αυτό της μεσότητας, της σύνθεσης και του εναρμονισμού συγκρουόμενων παραγόντων, διαπιστώνει ο φιλόσοφος τα εξής: « […] ο αστός μετεωριζόταν ανάμεσα στον πεζό ή σκληρό υπολογισμό και στα μεγάλα ιδεολογικά –αλλά πάντοτε πρακτικώς αξιοποιήσιμα – όνειρα της προόδου και του πολιτισμού […] Όμως τουλάχιστον στο επίπεδο της ιδεολογικής κατασκευής ή του ιδεώδους τρόπου, με τον οποίο […] κατανοούσε τον εαυτό του, φαινόταν να έχει βρεθεί ένας δρόμος επιτυχούς διαμεσολάβησης ανάμεσα σε υλικό και ιδεατό στοιχείο, ανάμεσα σε χρήμα και πνεύμα ή αίσθημα» (σ.86).

Θα περάσουμε τώρα στο αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης που χαρακτηρίζει τη μαζική δημοκρατία κατά τον Κονδύλη, και θα δούμε τι συμβαίνει κατά την άποψή του εδώ στο ατομικό επίπεδο. Στο αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα υπάρχουν « […] μόνο έσχατα συστατικά στοιχεία, τα οποία εντοπίζονται με τη συνεπή ανάλυση, στοιχεία ή άτομα, των οποίων η υφή και η ύπαρξη συνίσταται απλώς και μόνο στη λειτουργία τους, δηλαδή στην ικανότητά τους να σχηματίζουν διαρκώς νέους συνδυασμούς μαζί με άλλα σημεία ή άτομα» (σ.64). Αυτό σημαίνει πρώτα πρώτα ότι στο επίπεδο του ατόμου καταργείται κάθε ιεράρχηση μεταξύ «έσχατων» στοιχείων, και οπωσδήποτε, εκείνη του Λόγου απέναντι στο αίσθημα, που, όπως είπαμε, χαρακτήριζε το συνθετικό-εναρμονιστικό σχήμα σκέψης – έτσι, το Εγώ δεν χωρίζεται πια σε ανώτερες και κατώτερες σφαίρες. Την ανατίμηση του αισθήματος και της φύσης γενικότερα που επέφερε η επικράτηση της αστικής τάξης και της αστικής κοινωνίας, ακολουθεί νέα και ακόμα μεγαλύτερη – με αντίστοιχη υποβάθμιση του παλιού και εννοούμενου με τον αστικό τρόπο Λόγου –, που την ευνοούν οι κοινωνικές συνθήκες υπέρβασης της σπάνης για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. Κατά την εκτίμηση του Κονδύλη ρευστοποιούνται πλέον και τα όρια μεταξύ Λόγου και ορμών, όπως και πολλών άλλων μεγεθών που μέσα στην αστική κοινωνία είχαν καθαρά περιγράμματα, και «το χαρακτηρολογικό πρότυπο, το οποίο δίνει τον τόνο στη μαζική δημοκρατία, μολονότι δεν κυριαρχεί σε όλη τη γραμμή, αποτελεί σε κεντρικά σημεία αντιστροφή του πουριτανικού ήθους και έθους» (σ.253). Αυτό σημαίνει πρώτα πρώτα ότι η κεντρική αστική αρετή, εκείνη της αυτοϋπέρβασης, χάνει τη θέση της, και τη διαδέχεται η αξία της αυτοπραγμάτωσης, που συνδέεται με τις νέες αξίες της αυθόρμητης συμπεριφοράς και της αυθεντικότητας, οι οποίες αντικαθιστούν την παραδοσιακή αστική αρετή της ειλικρίνειας. «Στη θέση της βασικής αρετής της αυτοϋπέρβασης μπαίνει η αυτοεκδίπλωση ή αυτοπραγμάτωση, ενώ συνάμα εγκαταλείπεται η δυαρχική ανθρωπολογία του Λόγου και προβάλλεται το δικαίωμα των ψυχορμήτων του ενιαίου ανθρώπου να βρουν ικανοποίηση» (σ.233). Η αυτοπραγμάτωση έχει κατά τον Κονδύλη στις καταναλωτικές συνθήκες της μαζικής δημοκρατίας ηδονιστικό χαρακτήρα, μολονότι ο ηδονισμός, όπως τον ορίζει ο ίδιος, δεν πρέπει να εννοηθεί με τη συνηθισμένη έννοια, αφού μπορεί να συνδέεται «με πνευματικά αγαθά», «την ένταση της προσωπικής ζωής και των προσωπικών βιωμάτων» (σ.252), και «να αντιτίθεται στον χυδαίο καταναλωτικό υλισμό» (σ.253) που αποτελεί όμως την κύρια όψη του. Αυτό συμβαίνει επειδή ο ηδονισμός συνδέεται με την αντίληψη ενός Εγώ που καταναλώνει μάλλον παρά συσσωρεύει όπως το αστικό Εγώ, ενώ συνιστά ουσιώδες χαρακτηριστικό των μαζικοδημοκρατικών κοινωνιών επειδή συνδέεται άμεσα με την οικονομία: Η μαζική παραγωγή απαιτεί τη μαζική κατανάλωση που, όπως είπαμε, είναι και ο κατεξοχήν παράγοντας που δίνει ηδονιστική χροιά στις μαζικοδημοκρατικές κοινωνίες.

Άμεση απόρροια της ισότιμης θέσης που χαρακτηρίζει τα στοιχεία που συνιστούν την μαζικοδημοκρατική ατομικότητα, και της τοποθέτησης στο ίδιο επίπεδο του έλλογου στοιχείου και του αισθήματος ή των ορμών, είναι και η νέα αντίληψη για την προσωπικότητα. Στη θέση της αντικειμενικής θεώρησής της στον αστικό κόσμο, όπου, όπως είδαμε, η αποτίμηση αφορούσε την τήρηση ηθικών κανόνων και την απόδοση στον επαγγελματικό τομέα, δηλαδή την πράξη, έχουμε τώρα την ψυχολογική αποτίμηση που αφορά περισσότερο κίνητρα και προθέσεις: «Η ηθική αποτίμηση» διαπιστώνει ο Κονδύλης, «υποκύπτει αναγκαστικά στην ψυχολογία, όταν σκοπός του ατόμου ανακηρύσσεται η αυτοπραγμάτωση. Γιατί η ηθική αποτίμηση προϋπέθετε την έλλογη ουσία της προσωπικότητας, ενώ η αυτοπραγμάτωση επιστρατεύει ολόκληρη την ποικιλομορφία της ψυχής, μέσα στην οποία βυθίζεται και χάνεται η ουσία εκείνη» (σ.256).

Με την επικράτηση των ηδονιστικών τάσεων, την εκ νέου ανατίμηση του αισθήματος και την τοποθέτησή του στο ίδιο επίπεδο με το επίπεδο του Λόγου, υποχωρούν και οι αξίες του μεγάλου πάθους και των μεγάλων σχεδίων. Το μεγάλο πάθος, «η προθυμία να δώσει κανείς τα πάντα και να θυσιάσει τα πάντα για μιαν υπόθεση ή για ένα πρόσωπο» (σσ.256-257), που όπως είδαμε νομιμοποιούνταν –έστω υπό όρους– στην αστική κοινωνία, «βρίσκει όλο και λιγότερη προσοχή και αναγνώριση» (σ.256) στη μαζική δημοκρατία. Αυτό συμβαίνει, κατά τον Κονδύλη, επειδή το πάθος συνιστά την αντίθεση της διάχυσης του προσώπου, που είναι συμβατή με τα αισθήματα και ευνοεί την εκδήλωσή τους, αλλά δεν επιτρέπει «την απόλυτη συγκέντρωση του Εγώ σε έναν μόνο σκοπό» (σ.257).

Αυτά καταρχήν για την προσωπικότητα στην αστική κοινωνία και την ατομικότητα στην μαζικοδημοκρατική. Σε ό,τι αφορά τις λειτουργίες του γάμου και του επαγγέλματος, όπου και εκδηλωνόταν κατά βάση η αστική προσωπικότητα με τις ιεραρχήσεις και τις προτεραιότητές της, αυτές θα τις πραγματευθούμε πολύ σύντομα παρακάτω, αφού μιλήσουμε πρώτα για την αστική-φιλελεύθερη κοινωνία και τη σχέση της με το συνθετικό-εναρμονιστικό σχήμα.

Η σύνθεση και ο εναρμονισμός του αστικού σχήματος σκέψης στο επίπεδο της κοινωνίας και των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, στρέφεται καταρχήν ενάντια στη φεουδαρχική τάξη πραγμάτων και τις διαφορές εκείνες που ο Κονδύλης ονομάζει διαφορές ουσίας. Η φεουδαρχική τάξη πραγμάτων γνώριζε ιεραρχικές εκ καταγωγής διακρίσεις, και το άτομο, ως ευγενής ή μέλος της λεγόμενης Τρίτης τάξης, που ήταν και η τάξη των αστών, ήταν δεμένο ισόβια και κληρονομικά με τις ιδιότητες που προσιδίαζαν στην τάξη του. Με αυτήν την έννοια, η ουσία του ως κοινωνικού όντος θεωρούνταν σταθερή και εκ γενετής προσδιορισμένη. Ενάντια σε αυτήν την αντίληψη για τις σχέσεις ως ουσιακές στράφηκε η οικονομικά ισχυρή αστική τάξη, προκειμένου να διεκδικήσει μερίδιο στην πολιτική εξουσία που κατείχε η αριστοκρατία. Ωστόσο, στα πλαίσια του (κοινωνικού αυτή τη φορά) Όλου, οι διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, όπως και οι ιεραρχίες στο εσωτερικό του αστικού κοσμοειδώλου και της αστικής αντίληψης για τον άνθρωπο ως μείγμα Λόγου και φύσης, δεν έπρεπε να καταργηθούν: «… [Η] αστική ανάγκη για (κοινωνικό) διαφορισμό», γράφει ο Κονδύλης, «αφήνει βέβαια και εδώ περιθώρια για διαφορές βαθμίδας και θέσης, αυτές όμως εμφανίζονται ως μεταβλητά αποτελέσματα μεταγενέστερων εξελίξεων ή σκόπιμων ενεργειών και όχι ως μεγέθη εξαρχής δεδομένα και αναγόμενα σε οντολογικούς και ανθρωπολογικούς παράγοντες. Με άλλα λόγια: η εκ καταγωγής ανισότητα των ανθρώπων εξαφανίζεται στην ίδια έκταση και με την ίδια έννοια όπως και η ετερογένεια των διαφόρων στρωμάτων του Είναι μέσα στην παραδοσιακή κοσμοεικόνα – ταυτόχρονα όμως παραμένουν οι οφειλόμενες σε κοινωνικούς λόγους ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων καθώς και οι οφειλόμενες στη φυσική νομοτέλεια ποιοτικές διαφορές μεταξύ των πραγμάτων του κόσμου» (σ.75). Για τις καινούργιες ιεραρχίες που επιθυμούσε να εγκαινιάσει η αστική τάξη, οι ουσιακές διαφορές –και σ’αυτές θα πρέπει να συμπεριλάβουμε όχι μόνο τις διαφορές που οφείλονταν στην ύπαρξη νομοκατεστημένων τάξεων (Stände, όχι Klassen) παρά και τις διαφορές φύλου, τις περιουσιακές διαφορές που δημιουργούν οι κληρονομιές καθώς και τις ιεραρχίες στο εσωτερικό των οικογενειών– έπρεπε να υποχωρήσουν προς όφελος άλλων και στη βάση λειτουργικών κριτηρίων. Τα κριτήρια αυτά, που αφορούσαν πλέον την επάρκεια κατά την ανάληψη ρόλων στην οικονομία και την αποδοτικότητα, προωθούσαν τον ατομικισμό μέχρι ένα σημείο, στο βαθμό που απάλλασσαν το άτομο από τις παραδοσιακές σχέσεις και ιεραρχίες του προεπαναστατικού Παλαιού Καθεστώτος, και μαζί με τον ατομικισμό την ισότητα, εφόσον οι ιεραρχίες μεταξύ ομάδων συνεπάγονταν ιεραρχίες μεταξύ προσώπων· μια ισότητα όμως που έπρεπε να έχει τα δικά της όρια: Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι σύμφωνα με την αστική αντίληψη αλλά, γράφει ο Κονδύλης «εξίσου αυτονόητο ήταν όμως και ότι ο κύριος έχει δικαιώματα που ο υπηρέτης ούτε επιτρεπόταν ούτε και μπορούσε να έχει […] Αρκεί να θυμίσουμε ότι η έννοια populus επί αιώνες σήμαινε αποκλειστικά τις κεφαλές των «οίκων» της societas civilis και κανείς δεν διανοήθηκε να χαρακτηρίσει ως «λαό» τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού» (σ.217).

Εδώ, τα ουσιακά και προερχόμενα εκ κοινωνικής και οικογενειακής καταγωγής στοιχεία πρέπει να εναρμονιστούν με άλλα, λειτουργικά, και εδώ γίνεται πάλι χρήση των συνθετικών-εναρμονιστικών αρχών της μεσότητας, της διαμεσολάβησης και της αρμονικής συνύπαρξης αντιτιθέμενων στοιχείων στα πλαίσια μιας δυναμικής ισορροπίας· όλα όσα είδαμε στο επίπεδο της ατομικής συμπεριφοράς του αστού ως «μέση οδό μεταξύ χρήματος και ηθικής, υπολογισμού και καρδιάς», επαναλαμβάνονται στη νέα αντίληψη για τις κοινωνικές σχέσεις και ιεραρχίες. Έτσι, εφόσον η αστική τάξη έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με την κληρονομική αριστοκρατία στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο και έχει προβάλει μετά τα 1830 ο εχθρός της από τα αριστερά «μεθερμηνεύοντας», όπως θα έλεγε ο Κονδύλης, την ισότητα ως υλική και όχι απλά τυπική, θα υπερασπιστεί τους «ουσιακούς» δεσμούς – εκδοχή των οποίων είναι και οι περιουσιακοί – και θα καταγγείλει τις «μάζες», την «ισοπέδωση», το ξερίζωμα του ατόμου από τις σχέσεις του και τη συρρίκνωση της προσωπικότητας. Χοντρικά, η φιλελεύθερη αντίληψη τοποθετείται υπέρ της αξιοσύνης, της αξιοκρατίας και συνεπώς του λειτουργικού κριτηρίου σε ό,τι αφορά την κοινωνική άνοδο και ανταμοιβή, αλλά δεν ακολουθεί το δρόμο του ατομικισμού που ανοίγει η ίδια μέχρι τέλους, και αρνείται την πλήρη εφαρμογή του κριτηρίου αυτού. Πλήρης εφαρμογή του ατομικισμού θα σήμαινε πλήρη αποκοπή του ατόμου από τις «ουσιακές» ιδιότητες που συνεπάγεται η ένταξη σε κάποια ομάδα, και άρα από τα προνόμια ή τις εκ καταγωγής επιβαρύνσεις του, και ακολούθως πλήρη εφαρμογή του κριτηρίου της αποδοτικότητας, αν υποτεθεί τουλάχιστον ότι αυτό το τελευταίο θα μπορούσε, με κάποιον τρόπο, να καταστεί αντικειμενικό. Σε τέτοιο σημείο δεν έφτασε ούτε η μαζική δημοκρατία, η οποία βάδισε προς αυτήν την κατεύθυνση, κατά τον Κονδύλη, μακρύτερα από κάθε άλλον κοινωνικό σχηματισμό.

Έτσι, τα μέρη του κοινωνικού Όλου, σύμφωνα με το συνθετικό-εναρμονιστικό σχήμα, έχουν διαφορές ουσίας, αλλά εξαιτίας του επιτρεπτού και επιθυμητού ανταγωνισμού (και όχι του πολέμου όλων εναντίων όλων ) οι ουσίες τους αυτές δεν παγιώνονται όπως στην περίπτωση των άκαμπτων ιεραρχιών που χαρακτήριζαν τις προαστικές φεουδαρχικές σχέσεις, αλλά ούτε και διαλύονται, όπως το θέλει το αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης, που θα προσπαθήσουμε παρακάτω να το δούμε να εφαρμόζεται στο επίπεδο της μαζικοδημοκρατικής κοινωνίας στην οποία και αντιστοιχεί. Πριν το κάνουμε, θα αναφέρουμε τους γενικούς μακροπρόθεσμους λόγους στους οποίους οφείλεται σύμφωνα με τον Κονδύλη η μετάβαση από τον κλασικό αστικό φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία:

1) Προκύπτει ως συνέπεια της εκμηχάνισης της ζωής και της μαζικής κατανάλωσης: Η εργατική τάξη θα πρέπει να αποκτήσει τη δυνατότητα να καταναλώνει προκειμένου να αποφευχθούν οι κρίσεις υπερπαραγωγής. 2) Αναγκαστικά και προκειμένου να μπορέσουν να ανταγωνιστούν τους σοσιαλιστές, τα φιλελεύθερα κόμματα χρησιμοποιούν συνθήματα υπέρ του κοινωνικού κράτους, που οφείλει να επεμβαίνει προς την κατεύθυνση της διασφάλισης της πρόσβασης σε όλους τους κοινωνικούς ρόλους. 3) Τα κόμματα μετατρέπονται σε μαζικές οργανώσεις, το βάρος των αστών ως κοινωνιολογικά διακριτών μορφών μειώνεται στο εσωτερικό τους, και η πολιτική μετατρέπεται σε γραφειοκρατική ή τεχνική ασχολία ενώ η οικονομία γραφειοκρατικοποιείται. Παράλληλα, ορισμένες αστικές αρετές γίνονται άχρηστες ή επιβλαβείς – π.χ. κλασική αστική παιδεία, ενώ αυξάνεται το βάρος των τεχνικών αρετών. Από την άλλη, ο οικονομικά ενεργός αστός του 20ού αι. έχει ολοένα και λιγότερο χρόνο για την εκμάθηση του αστικού ήθους και έθους.

Για το αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα τώρα, και τη σχέση του με τα δομικά γνωρίσματα της μαζικής δημοκρατίας: Όπως είπαμε πριν, στο αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα έχουμε « […] μόνο έσχατα συστατικά στοιχεία […] των οποίων η υφή και η ύπαρξη συνίσταται απλώς και μόνο στη λειτουργία τους, δηλαδή στην ικανότητά τους να σχηματίζουν διαρκώς νέους συνδυασμούς μαζί με άλλα σημεία ή άτομα» (σ.64). Η μεταφορά του σχήματος αυτού στο κοινωνικό επίπεδο σημαίνει το εξής: «Ανθρώπινα άτομα ισότιμα από πολιτική και κοινωνική άποψη, μπορούν και τους επιτρέπεται να αναλάβουν ως τέτοια, δηλαδή ανεξάρτητα από κάθε άλλη κοινωνική προυπόθεση, διαφορετικούς εκάστοτε κοινωνικούς ρόλους, δίχως να τίθενται καταρχήν όρια στην κινητικότητά τους και στο παιχνίδι των συνδυασμών που αυτή καθιστά δυνατό» (σ.214). Η παραπάνω αντίληψη για την ισοτιμία στη μαζική δημοκρατία θα πρέπει να εννοηθεί καταρχήν ως ιδεώδες που αυτή θα πρέπει να πραγματοποιήσει· κατόπιν ως μερική πραγματικότητα (οι μαζικές δημοκρατίες είναι π.χ., όπως το δηλώνει ρητά ο ίδιος ο Κονδύλης, οπωσδήποτε κοινοβουλευτικές δημοκρατίες με τη σημερινή έννοια ), ενώ η κοινωνική ισότητα, ως κυρίαρχο ιδεώδες, είναι αποφασιστικής σημασίας όρος για τη λειτουργία της μαζικής δημοκρατίας.

Τρία είναι τα βασικά κοινωνικά φαινόμενα που ενσαρκώνουν το αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα στο κοινωνικό επίπεδο κατά τον Κονδύλη.

Πρώτον: Ο εξελιγμένος καταμερισμός της εργασίας εκμηδενίζει τη χειροτεχνική δεξιότητα και η εργασιακή διαδικασία αναλύεται σε έσχατα στοιχεία. Εδώ η παράδοση και η ιστορία χάνουν τη σημασία τους όπως στη μαζική δημοκρατία γενικά, όπου κυρίαρχη αίσθηση είναι εκείνη του χώρου και όχι του χρόνου όπως στον αστικό πολιτισμό. Αφού η εργασία αναλυθεί στα έσχατα στοιχεία της επανασυγκροτείται, αλλά με τρόπο που οι ρόλοι στο εσωτερικό της να μπορούν να αναληφθούν πολύ ευκολότερα απ’όσο στην εποχή του φιλελευθερισμού.

Το δεύτερο φαινόμενο είναι η κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα. Η κατάτμηση αυτή ξεκινάει με την εκβιομηχάνιση αλλά πραγματοποιείται για πρώτη φορά μετά, με την πυρηνική οικογένεια και τη χαλάρωση των ουσιακών δεσμών, ώσπου να φτάσει στο minimum σημείο της που αποτελεί το ελάχιστο όριο της ανατροφής παιδιών από έναν γονέα. Η χαλάρωση των οικογενειακών δεσμών δεν φαίνεται μόνο από τη μείωση της μέσης διάρκειας των γάμων και τη συχνότητα των διαζυγίων, παρά και από τη μείωση του ρόλου της οικογένειας κατά την ανατροφή των παιδιών.

Το τρίτο φαινόμενο που χαρακτηρίζει καίρια την μαζικοδημοκρατική κοινωνία είναι κατά τον Κονδύλη η κοινωνική κινητικότητα. Καταρχήν οριζόντια με την εναλλαγή των επαγγελμάτων, όπου ακριβώς ξεθωριάζει και η αστική έννοια του επαγγέλματος όπως την είδαμε στην εποχή του φιλελευθερισμού – το επάγγελμα μετατρέπεται σε «απασχόληση» (job) –, αλλά και κάθετη, εφόσον η άνοδος στην κοινωνική ιεραρχία καθίσταται κατά πολύ ευκολότερη απ’όσο ήταν στους παρελθόντες κοινωνικούς σχηματισμούς.

Έτσι, στα μέλη της μαζικοδημοκρατικής κοινωνίας ανοίγεται «ένας ορίζοντας προσδοκιών» που θέτει σε κίνηση συμπεριφορές συμβατές με την ίδια και προωθητικές για την ίδια, και μολονότι η ισότητα ομολογείται χωρίς να πραγματοποιείται, οι παλιές ταξικές ιεραρχίες αντικαθίστανται από καινούργιες ελίτ, πολύ πιο ρευστές από τις ιεραρχίες αυτές. Συνιστά η εξάπλωση της μαζικής δημοκρατίας μη αντιστρεπτό φαινόμενο; Ο φιλόσοφος εδώ απάντησε αρνητικά. Σε συνάρτηση με την αρνητική του απάντηση βρίσκεται και η διάγνωσή του για τα διεθνή ζητήματα, στην οποία είναι αφιερωμένη και η επόμενη ομιλία, η ομιλία του Γιώργου Ευαγγελόπουλου.

Μιχάλης Παπανικολάου

Λεχαινά 20-5-2006

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s